Μαξίμ Γκόρκι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αγγλικά

German

Russian

Spanish

Portuguese

French

Italian

Turkish

Chinese

Finnish

Arabic

Hindi

 

άλλες γλώσσες

 

Μαξίμ Γκόρκι

Γεννήθηκε από φτωχούς γονείς, στην πόλη Νίζνι Νόβγκοροντ (Ни́жний Но́вгород) στις 28 Μαρτίου 1868 και πέθανε στη Μόσχα στις 18 Ιουνίου 1936.

 

Γκόρκι Μαξίμ . Φιλολογικό ψευδώνυμο του κορυφαίου Ρώσου θεατρικού συγγραφέα Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πεσκόφ (Νίζνι Νοβγκορόντ 1868 - Μόσχα 1936). Σε ηλικία 10 χρόνων ορφάνεψε και για να ζήσει δούλεψε στους δρόμους. Ήταν αυτοδίδακτος, αλλά το 1884 προσπάθησε να φοιτήσει στο πανεπιστήμιο του Καζάν και εκεί αναμειγνύεται και με το λαϊκό κίνημα. Το 1892 καθιερώθηκε στο συγγραφικό χώρο με το διήγημα "Μακάρ Τσούντρα" και απέκτησε παγκόσμια φήμη με τα μυθιστορήματα "Φόμα Γκορντέγιεφ" και "Οι μικροαστοί". Γνωρίζεται με τους οπαδούς του Λένιν στη Μόσχα και μεγάλο μέρος από τα έσοδά του τα έδινε στο κόμμα. Το 1905 μετά τη σφαγή της "Ματωμένης Κυριακής" φυλακίζεται και όταν αποφυλακίζεται το 1906 φεύγει στο Βερολίνο. Γύρισε στη Ρωσία το 1913 με τη γενική αμνηστία, αλλά την εγκαταλείπει αργότερα, γιατί η ζωή του κινδύνευε από αντιπάλους του. Επέστρεψε το 1932 με προτροπή και προσπάθειες του Στάλιν και εκλέχτηκε πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών.

 

Χρονοβιογραφία


Φωτογραφία του Μαξιμ Γκόρκι

Εργογραφία

Θέατρο

Πεζογραφία:

Εργοκριτική

Ο Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πέτσκοφ, που προτίμησε το όνομα Γκόρκι δηλαδή Πικρός, είναι ένας από τους μεγαλύτερους ρώσους συγγραφείς. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, περιπλανήθηκε στη ρωσική γη αναζητώντας δουλειά κι εργαζόταν όπου έβρισκε. Εκεί γνώρισε τους φτωχούς εργάτες, τους μουζίκους, τους αλήτες με τη γνήσια και λεβέντικη καρδιά, όλους τους κατατρεγμένους που για αιώνες δούλευαν για τους άρχοντες μέσα στις στέππες και τα ποτάμια. Η αθλιότητα, η φτώχια κι ο ανθρώπινος πόνος δεν του είναι ξένα.

Μέσα στις μεγάλες αλλαγές που τότε ετοιμάζονταν στη Ρωσία, ο Γκόρκι ενώνεται με τους επαναστάτες και ρίχνεται στον αγώνα με όπλο την πένα του. Οι οραματισμοί του είναι οραματισμοί κάθε καταπιεσμένου ρώσου κι η πνοή του έργου του είναι το επαναστατικό φύσημα που έχει συνεπάρει το λαό.

Κεντρικός άξονας του έργου του είναι ο άνθρωπος σα λειτουργικό μέλος της ομάδας, με την κοινή ψυχή και τα κοινά ιδανικά. “Αφεντικό είναι όποιος δουλεύει” θα πει στους “Μικροαστούς” και τα λόγια του θα πέσουν σαν σύνθημα στο πλήθος. Κι η στάση του θα έρθει σε σύγκρουση με την άρχουσα τάξη και την ουσιαστικά αδιαμόρφωτη τάξη των μικροαστών. Σ’ αυτούς εξαπολύει επίθεση, όχι μόνο στους εμπόρους και τους υπαλλήλους μα και στους διανούμενους που δεν αγωνίζονται στο πλευρό του λαού. Και δεν διστάζει να τους φωνάξει κατά πρόσωπο: “Να τρώτε και να χορταίνεται, να έχετε τη ζέστη σας, να βιάζετε και να διαφθείρετε τις γυναίκες, κάνοντας τάχα πως τις αγαπάτε, η ησυχία σας, η ευκολία σας, η γωνίτσα σας-να την όλη κι όλη η ευτυχία σας.”

Πολλοί αμφισβήτησαν τη λογοτεχνική αξία των έργων του. Βρήκαν κουραστικές τις αφηγήσεις του ή στα θεατρικά του μιμήσεις του Τσέχωφ κι έλλειψη υψηλής δραματικότητας. Όσο κι αν μπορούμε να διαπιστώσουμε τούτα τα στοιχεία σε μερικά έργα του, δε μπορούμε να παραβλέψουμε τη γενικότερη αξία τους. Ο Γκόρκι είναι ο μοναδικός ρώσος συγγραφέας που με τόση ανθρωπιά στράφηκε στην ψυχολογία του ρώσου εργάτη και παρακολούθησε την πορεία του.

Σχετικά αποσπάσματα

Σχετικές ηλεκτρονικές σελίδες

 

 

 

 

Στο μυθιστόρημα Η μάνα που γράφτηκε το 1906, ο κορυφαίος σοβιετικός συγγραφέας Μαξίμ Γκόρκι απεικονίζει για πρώτη φορά στη λογοτεχνία την πάλη του επαναστατικού προλεταριάτου για το σοσιαλισμό, κάτω από την καθοδήγηση του κόμματος της εργατικής τάξης, και τη γέννηση του νέου ανθρώπου μέσα σ’ αυτόν τον αγώνα.

Η μάνα είναι το αγαπημένο μυθιστόρημα εκατομμυρίων ανθρώπων σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και σε διάφορες μεταφράσεις. Η μετάφραση αυτής της έκδοσης έχει γίνει απευθείας από τα ρώσικα.

«Τα παιδιά μας, τα πολυτιμότερα κομμάτια της καρδιάς μας

δίνουν τη λευτεριά και τη ζωή τους,

χάνονται χωρίς λύπηση για τα νιάτα τους,

 τι θες, λοιπόν, να κάνω εγώ, η μάνα;»

Μ.ΓΚ.

 

Τι να πρωτοπεί κανείς γι’ αυτό το αριστουργηματικό βιβλίο του ΜαξίμΓκόρκι; Για τον ύμνο των εργατών όλου του κόσμου. Για τον ύμνο της Μάνας, της οποίας η αγάπη δεν γνωρίζει όρια και σύνορα.

Μπορεί να γράφτηκε το 1906, το κείμενο όμως κατόρθωσε να παραμείνει διαχρονικό και, με τον απλό και καθάριο λόγο του, να προκαλεί ρίγη συγκίνησης στον αναγνώστη ακόμη και σήμερα.

«Το βιβλίο παρουσιάζει την πορεία της εργατικής τάξης από τη βουβή δυσαρέσκεια για τη ζωή της ως τη διαμαρτυρία, από την ακαθόριστη, την αυθόρμητη αγανάκτηση ως τη συνειδητή πολιτική πάλη, με ηγέτη το μπολσεβίκικο κόμμα.

Το πρώτο μέρος δημοσιεύτηκε στα 1906, αλλά κατασχέθηκαν τα περιοδικά που το είχαν δημοσιεύσει, ενώ το νομαρχιακό δικαστήριο της Πετρούπολης έδωσε στις εφημερίδες την παρακάτω ανακοίνωση: «…καταζητείται ο ελαιοχρωματιστής ΑλεξέιΜαξίμοβιτς Πεσκόφ (Μαξίμ Γκόρκι)…». Ο Γκόρκι ζούσε τότε στην Ιταλία κι ο τόπος διαμονής του ήταν γνωστός στις τσαρικές αρχές, που όμως ήθελαν να κρατήσουν όλες τις γραφειοκρατικές διατυπώσεις για τον καταζητούμενο «ελαιοχρωματιστή». Κατηγορούσαν τον Γκόρκι για τη συγγραφή και τη δημοσίευση έργου που «…καλλιεργούσε την εχθρότητα των εργατών κατά των εύπορων τάξεων του πληθυσμού και ωθούσε σε εξέγερση…»

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου δημοσιεύτηκε με μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις της τσαρικής λογοκρισίας. Ολόκληρο το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Ρωσία το 1917».

Είναι σαφώς επηρεασμένο από πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα υπαρκτά. Η ηρωίδα του Γκόρκι και ο γιός της θυμίζουν πολύ «τους πρωτεργάτες της διαδήλωσης στο Σόρμοβο: την Α. Κ. Ζαλόμοβα και τον Π. Α. Ζαλόμοφ».

Ποια είναι όμως η Μάνα;

Η Πελαγέα Νίλοβνα, μία γυναίκα βασανισμένη, φοβισμένη, κακοποιημένη από τον άντρα της. Ένας άνθρωπος που έμαθε να ζει στο περιθώριο και απλά να εκτελεί εντολές, όπως όλες οι γυναίκες της τάξης της. Ο Μιχαήλ Βλάσοφ, ο σύντροφός της, ένας άντρας άγριος, απότομος και επιθετικός, είναι ο φόβος κι ο τρόμος όχι μόνο της γυναίκας του, αλλά και όλων των υπόλοιπων ανθρώπων του περιβάλλοντός του. Μόνο ο γιός του, ο Πάβελ, δοκιμάζει να αντισταθεί στη σκληρότητά του.

Σύντομα ο Μιχαήλ πεθαίνει και τη θέση του στο σπίτι παίρνει ο νεαρός. Αρχικά προσπαθεί να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του, δεν αργεί όμως να καταλάβει πως ο δρόμος αυτός δεν του ταιριάζει.

Η Μάνα είναι δίπλα του αθόρυβη, διακριτική, πάντα φοβισμένη. Ο νεαρός την παρατηρεί προσεκτικά. «Την έβλεπε ψηλή, λίγο καμπουριασμένη, το κορμί της τσακισμένο από τα πολλά χρόνια της δουλειάς και τις γροθιές του άντρα της το κινούσε αθόρυβα και κάπως με το πλευρό, λες κι όλο φοβότανε μην τύχει κι αγγίξει κάτι στο πέρασμά της. Το πλατύ, στρογγυλό πρόσωπό της, χαραγμένο από τις ζαρωματιές και σαν πρησμένο φωτιζόταν από τα σκούρα μάτια ανήσυχα και θλιμμένα. Πάνω από το δεξί φρύδι είχε ένα βαθύ σημάδι παλιάς πληγής, που τραβούσε κι ανασήκωνε λιγάκι το φρύδι, φαινότανε και το δεξί αυτί λίγο ψηλότερα απ' τ' αριστερό, κι αυτό έδινε στο πρόσωπό της μια έκφραση, λες κι όλο κάτι αφουγκραζότανε φοβισμένη. Στα πυκνά μαύρα μαλλιά της γυάλιζαν ασπρισμένες τούφες. Ολόκληρη η μάνα έδειχνε απαλή, θλιμμένη, υπάκουη...».

Μία νέα ζωή θα ξεκινήσει από δω και πέρα για την οικογένεια, καθώς ο «Πάσια»θα πρωτοστατήσει στον επαναστατικό αγώνα. Η Νίλοβνα στην αρχή διστακτικά, στη συνέχεια με μεγαλύτερη θέρμη, θα αποδεχτεί την επιλογή του παιδιού της. Θα γνωρίσει τους ομοϊδεάτες του Πάβελ,  θα γοητευτεί από το πάθος τους, θα τους αγαπήσει, θα ταυτιστεί μαζί τους, θα νιώσει μέρος και μέλος μιας ομάδας που για κάτι όμορφο αγωνίζεται. Αργότερα, μάλιστα,επηρεασμένη και από τις προσωπικές της εμπειρίες, από τη δική της «σκλαβιά», δεν θα διστάσει ούτε στιγμή, να αναλάβει πολλές φορές και η ίδια επικίνδυνες αποστολές. Θα γίνει η «μανούλα» όλων, η «μανούλα» μιας ολόκληρης ιδεολογίας.

«Συλλογιόμουνα τη δική μου ζωή, θεέ και κύριε! Πώς έζησα εγώ; Ξύλο… δουλειά… τίποτα δεν έβλεπα παρεκτός απ’ τον άντρα, τίποτα δεν ήξερα άλλο από το φόβο! Και το πώς μεγάλωνε ο Πάσια ούτε που το έβλεπα, κι αν τον αγαπούσα τότε που ζούσε ο άντρας μου ούτε που το ξέρω! Όλες οι φροντίδες, όλες οι σκέψεις μου ένα σκοπό είχαν να ταίσω το θεριό μου νόστιμο φαί, να τον χορτάσω, να προλάβω τι ήθελε για να μη θυμώνει, να μη με φοβερίζει με τις γροθιές, να με λυπηθεί έστω μια φορά. Δε θυμάμαι να με λυπήθηκε ποτές. Μ’ έδερνε, λες και δεν έδερνε τη γυναίκα του, μα όλους μαζί όσους δε χώνευε. Είκοσι χρόνια έζησα έτσι…».

«Η Νίλοβνα αγαπούσε και αγαπάει το γιο της, τώρα όμως αγαπάει σαν μάνα όλους τους καταπιεσμένους, νιώθει τον εαυτό της μάνα μια γιγάντιας οικογένειας, ολόκληρης της εργατικής τάξης, καταλαβαίνει πως είναι χρήσιμη στη μεγάλη υπόθεση του αγώνα. Και βήμα προς βήμα ξεπερνάει το φόβο, από δυστυχισμένη και απόλυτα υποταγμένη γυναίκα γίνεται ατρόμητη αγωνίστρια, ζει μια ζωή που καταλαβαίνει το νόημά της».

Ο γιος φυλακίζεται. Αυτό, αντί να τη λυγίσει, της δίνει δύναμη να συνεχίσει.

«Ευχαριστώ, μάνα! Ευχαριστώ, καλή μου!», της λέει όταν αποφυλακίζεται. «Γιατί βοηθάς στο μεγάλο μας έργο’ σ’ ευχαριστώ! Όταν ο άνθρωπος μπορεί να λέει τη μάνα καλή του και στην ψυχή, είναι μια σπάνια ευτυχία…».

Βέβαια δεν παύει να ανησυχεί για το μέλλον, για την πορεία των πραγμάτων, αλλά, παρόλ’ αυτά, αφήνει τον Πάβελ να διαχειριστεί ελεύθερα τη ζωή του χωρίς να δημιουργεί προβλήματα.

«Δικιά σου είν’ η ζωή, δικιά σου κι η δουλειά σου. Αλλά την καρδιά μου μην τη σπαράζεις! Πώς μπορεί να μη λυπάται η μάνα; Δεν μπορεί… Εγώ όλους σας λυπάμαι! Όλοι σας παιδιά μου είστε, όλοι σας τ’ αξίζετε! Και ποιος άλλος από μένα θα λυπηθεί;…»

Η Πρωτομαγιά φέρνει στη ζωή της Πελαγέα μία πρωτόγνωρη έξαψη. Και μία σιγουριά για τον δρόμο που επέλεξε ο μονάκριβός της. «Στην καρδιά της έδιναν παράξενα τόπο μια η θλίψη και μια η χαρά». Πιάνει κουβέντα με τους υπόλοιπους ανθρώπους που, ενθουσιασμένοι, βρίσκονται στην παράνομη διαδήλωση. Συμβουλεύει τις μητέρες να μην φοβούνται για τα παιδιά τους. Ακούει τα συγκινητικά λόγια του Πάβελ. Είναι εκεί, μπροστά, όταν τον συλλαμβάνουν. Μαζεύει την πεσμένη κόκκινη σημαία, μιλάει στο αναστατωμένο πλήθος. «Ακούστε, για το θεό! Όλοι εσείς είστε δικοί μας… όλοι εσείς, κόσμος με καρδιά… κοιτάξτε χωρίς φόβο, τι ήταν αυτό που έγινε; Περπατούν φρόνιμα τα παιδιά, το δικό μας αίμα, πάνε για το δίκιο… για όλους! Για όλους εσάς, για τα δικά σας τα παιδάκια έταξαν τον εαυτό τους στο δρόμο του γολγοθά… Ζητούν μέρες καλύτερες. Θέλουν μια άλλη ζωή, με την αλήθεια, με το δίκιο… Θέλουν το καλό για όλο τον κόσμο!

Μέσα της ένιωθε την καρδιά να σπαράζει, ένιωθε στο στήθος σφίξιμο, ο λαιμός στέγνωσε πυρωμένος. Βαθιά μέσα της ξεφύτρωναν λόγια μεγάλης αγάπης που αγκάλιαζαν όλα και όλους και της έκαιγαν τη γλώσσα, κουνώντας την όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο ελεύθερα…».

Και το συγκεντρωμένο πλήθος μαγεύεται, την ακούει με ενδιαφέρον και συμπάθεια.

«-Χρυσοί μου! είπε η μάνα, αγκαλιάζοντας τους όλους με τα κλαμένα μάτια της. Για τα παιδιά είν’ η ζωή, η γης δική τους είναι!».

Από αυτή τη στιγμή κι έπειτα η ανάγκη της να προσφέρει και η ίδια στον αγώνα, να μιλήσει στον κόσμο με λόγια απλά για το δίκαιο και την αναγκαιότητα της αφύπνισης, μεγαλώνει. Μετακομίζει στην πόλη και από κει προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες της όπου χρειαστεί. «Εσείς, χρυσέ μου, βάλτε με σ’ αυτή τη δουλειά, σας παρακαλώ. Θα πάω όπου με στείλετε».

Έτσι προχωράει η ζωή της, άλλοτε με μικρότερες και άλλοτε με μεγαλύτερες αποστολές και σε αναμονή για τη δίκη του γιού της.

«Όταν ήρθε η μέρα της δίκης η μάνα κουβάλησε μαζί της στην αίθουσα του δικαστηρίου το βαρύ, μαύρο φορτίο που της λύγιζε τη μέση».

Τα ήρεμα και σταθερά λόγια του Πάβελ και των συντρόφων του της δίνουν δύναμη και αισιοδοξία.

«Ένιωθε σαν να καμάρωνε για το γιο της.

Η καρδιά της νιότης πάντα σιμώνει στο δίκιο…».

Τα λόγια του τη συγκινούν.

«…Η κοινωνία που βλέπει τον άνθρωπο μόνο σαν εργαλείο για τον πολιτισμό της, είναι κοινωνία απάνθρωπη, εχθρική για μας, δεν μπορούμε να δεχτούμε την ηθική της, τη διπρόσωπη και ψεύτικη. Τον κυνισμό και τη σκληρότητα της απέναντι στο άτομο τα αντιπαθούμε, θέλουμε να αγωνιστούμε και θα αγωνιστούμε ενάντια σε όλες τις μορφές σωματικής και ψυχικής υποδούλωση του ανθρώπου από μια τέτοια κοινωνία, ενάντια σε όλες τις μεθόδους της που κερματίζουν τον άνθρωπο για χάρη της ιδιοτέλειας».

Η ποινή του παιδιού της είναι η εξορία. Τώρα πια αυτό που επείγει είναι να τυπωθεί ο λόγος του. Και δεν υπάρχει καταλληλότερος άνθρωπος από την Πελαγέα που θα μπορούσε να το αναλάβει. Μα δεν αρκείται μόνο σ’ αυτό. Αποφασίζει να μεταφέρει τα έντυπα και στον προορισμό τους. Κι ενώ αντιλαμβάνεται ότι την παρακολουθούν, συνεχίζει άφοβα. Τελικά την πιάνουν. Δεν διστάζει ούτε μια στιγμή, ανοίγει τη βαλίτσα και σκορπάει τα χαρτιά στον αέρα.

«Μη φοβάστε τίποτε! Δεν υπάρχει βάσανο πιο πικρό απ’ αυτό που όλη τη ζωή σας ανασαίνετε… Απ’ αυτό που κάθε μέρα σας ροκανίζει την καρδιά, σας στεγνώνει τα στήθια!...».

Οι χωροφύλακες τη σπρώχνουν, τη χτυπάνε, μα εκείνη συνεχίζει:

«Η αναστημένη ψυχή δε σκοτώνεται! Θάλασσες αίμα δεν την πνίγουν την αλήθεια… Μόνο μίσος μαζεύετε, τρελοί! Και θα σας πνίξει! Δυστυχισμένοι…».

Το τέλος δεν θα αργήσει να ‘ρθει. Η μάνα κείτεται σε λίγο νεκρή. Μα ήρεμη ότι έχει κάνει το χρέος της απέναντι στο γιο της, απέναντι στα παιδιά όλου του κόσμου, απέναντι στην ανθρωπότητα, πιστή στο ιδανικό και στο χρέος της ως την τελευταία στιγμή…

«Νέοι, γέροι, δίνουν την ακατανίκητη δύναμή τους όλοι για ένα σκοπό, για το δίκιο! Προχωράν για να νικήσουν όλα τα καλά της ανθρωπότητας, για να καθαρίσουν τις αδικίες όλης της γης ξεσηκώθηκαν. Ορμάν να νικήσουν καθετί το αδιάντροπο και θα το νικήσουν! Θ’ ανάψουμε καινούριο ήλιο, μου ‘λεγε ένας τους, και σίγουρα θα τον ανάψουν! Θα ενώσουμε τις κομματιασμένες καρδιές, μου ‘λεγε, και θα τις ενώσουν όλες μαζί σε μία καρδιά!».

 

 

Μαξίμ Γκόρκι

Βάσσα Ζελεσνόβα

 

 

 

Αλληλογραφία Ανθολογία ρωσικής κλασικής πεζογραφίας ΙΔιηγήματα και παραμύθια Μία νύχτα στη Στέπα Η Μάνα Η μάνα Η μάνα Η μάνα Η φλογερή καρδιά του Ντάνκο και άλλα διηγήματα Μικροαστοί Ο ΧαφιέςΟι εχθροί Οι μικροαστοί Οι παραθεριστές Πρώτη αγάπη Στα ξένα χέρια Στο βυθό Το αφεντικό Αναμνήσεις από τον Τολστόι Βάρενκα Ολέσοβα Η εφηβεία Η πόλη του κίτρινου διαβόλου Ο Βάνιας Ο περαστικός Ο Συνοδοιπόρος μου Οι βάρβαροι Οι μικροαστοί Στα ξένα χέρια Στα ξένα χέρια Στο βυθό Στο βυθό Τα παιδικά μου χρόνια Τα πανεπιστήμιά μου https://4.bp.blogspot.com/-2OelsDULGc4/UzVr9-DIiFI/AAAAAAAAVAs/TDI09Z0WfGU/s1600/%CE%A1.jpg

 

― Να ποια είναι η ζωή, μαμά! Βλέπεις πώς ερεθίζουν τους ανθρώπους, τον έναν ενάντια στον άλλονε! Είτε το θες, είτε δεν το θες, είσαι υποχρεωμένος να χτυπήσεις. Και ποιον; Κάποιον που δεν έχει καθόλου δικαιώματα, όπως κι εσύ, κάποιον ακόμα πιο δυστυχισμένο κι από σένα επειδή είναι ηλίθιος. Οι αστυνομικοί, οι χωροφύλακες, οι χαφιέδες, όλοι τους είναι εχθροί μας, κι όμως είναι κι εκείνοι άνθρωποι σαν κι εμάς. Κι αυτούς τους ίδιους τους εκμεταλλεύονται. Και δε τους λογαριάζουν γι’ ανθρώπους. Κι έτσι έχουνε χωρίσει τους ανθρώπους μεταξύ τους. Τους τύφλωσαν με τη βλακεία και το φόβο, τους δέσανε χειροπόδαρα, τους καταπιέζουν και τους εκμεταλλεύονται, τους ποδοπατούν και τους χτυπούν, τον έναν με τα χέρια του άλλου. Τους καταντήσανε, τους ανθρώπους όπλα, κοτρώνες και ραβδιά, κι αυτό το λεν πολιτισμό. Είναι η Κυβέρνηση, το Κράτος…

Πήγε κοντά στη μητέρα του. Κι είπε:
― Αυτό είναι έγκλημα, μάνα! Μια άγρια δολοφονία, εκατομμυρίων ανθρώπων, ένας φόνος των ψυχών! Καταλαβαίνεις; Τις ψυχές σκοτώνουν! Βλέπεις τη διαφορά ανάμεσα σ’ εμάς και στους εχθρούς μας; Όταν κάποιος από μας χτυπήσει έναν άνθρωπο, ντρέπεται, αηδιάζει, υποφέρει… Οι άλλοι, αντίθετα, δολοφονούν τον κόσμο κατά χιλιάδες ήσυχα-ήσυχα δίχως λύπηση, δίχως ν’ ανατριχιάζουν. Σκοτώνουν με χαρά! Μάλιστα! Με χαρά… Κι έτσι καταπιέζουν όλο τον κόσμο, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουν τα ξύλα στα σπίτια τους, τα έπιπλα, το ασήμι, το χρυσάφι και τα περιττά κουρελόχαρτα, κι όλα κείνα τα ψωροπράματα που τους δίνουν εξουσία πάνω στα διπλανούς τους. Σκέψου, δεν είναι για την ίδια τους την προστασία που σκοτώνουν το λαό και παραμορφώνουν τις ψυχές, δεν είναι για τον εαυτό τους που το κάνουν αυτό, μα για να υπερασπίσουν την ιδιότητα τους.
Ο Πάβελ άρπαξε το χέρι της μητέρας του και το ’σφιξε γέρνοντας κατά το μέρος της: ― Αν μπορούσες να νιώσεις όλη αυτή την ατιμία, αυτή τη βρωμερή σαπίλα… Τότε θα καταλάβαινες πως έχουμε δίκιο… Θα έβλεπες πόσο η ιδεολογία μας είναι μεγάλη κι ωραία!
Η μητέρα σηκώθηκε, κατασυγκινημένη. Ήθελε να μπορούσε να ενώσει την καρδιά της με την καρδιά του γιου της μέσα στην ίδια φλόγα. ― Άκουσε, Πάβελ… Άκουσε! μουρμούρισε λαχανιασμένη. Καταλαβαίνω, το νιώθω… Ακούς!

 

 

Απόσπασμα απο το το βιβλίο του ΜΑΞΙΜ ΓΚΟΡΚΙ -ΣΤΟ ΒΥΘΟ
Στον βυθό της ψυχής των περιθωριακών ανθρώπων εισβάλει ο Ρώσος συγγραφέας Μαξίμ Γκόρκι και μας παρουσιάζει μια εικόνα οικεία για τον ίδιο, μια εικόνα που πηγάζει από τις δικές του δύσκολες εμπειρίες της αντίξοης ζωής του.
Στο υπόγειο ενός ιδιωτικού υπνωτηρίου μπορεί κανείς να βρει κάθε λογής ανθρώπους. Από αλκοολικούς και πόρνες, μέχρι ηθοποιούς και πρώην αριστοκράτες.
Όλοι βυθισμένοι σε έναν κόσμο μοναχικό και σκληρό, που οι εμπειρίες τους βυθίζουν ακόμη περισσότερο στον πάτο της αναισθησίας.

Πηγή:www.monopoli.gr
Ο «Βυθός» γράφτηκε από τον Μαξίμ Γκόρκι το 1902
-ΛΟΥΚΑΣ-Μας λες για την αλήθεια ..μα η αλήθεια δεν είναι πάντα καλή για τον άνθρωπο..δεν θεραπεύει πάντα την ψυχή.
Να σου πω ένα παράδειγμα:Eιχα κάποτε ένα γνωστό που πίστευε στη χώρα της Δικαιωσύνης..
-ΜΠΟΥΜΠΝΟΦ-Σε τι πράγμα;
-ΛΟΥΚΑΣ-Στη χώρα της δικαιοσύνης.
Πρέπει να υπάρχει έλεγε, κάπου στη γη η χώρα της δικαιοσύνης..
Και στη χώρα αυτή έλεγε, πρέπει να κατοικούν ξεχωριστοί άνθρωποι, καλοί άνθρωποι!
Που σέβονται ο ένας τον άλλον, που βοηθάνε ο ένας τον άλλον και όλα στη ζωή τους είναι μέλι γάλα.
Και ο άνθρωπος αυτός όλο έλεγε να φύγει, να ψάξει να βρει αυτή τη χώρα, ήταν όμως φτωχός και δύσκολα τα 'φερνε βόλτα...κι όταν καμιά φορά τα πράγματα πηγαίνανε απο το κακό στο χειρότερο, κι έλεγες, τώρα θα πέσει να πεθάνει-ακόμα και τότε, δεν το έβαζε κάτω, χαμογελούσε κι έλεγε:
''δεν θα πάθω τίποτα!θα αντέξω!''
Λίγο ακόμα θα περιμένω και θα αφήσω αυτή τη ζωή, και θα παω στη χώρα της δικαιοσύνης..''<Μοναδική του χαρά ήταν αυτή η χώρα>
- ΠΕΠΕΛ-Και τι έγινε; πήγε τελικά;
-ΜΠΟΥΜΠΝΟΦ-Που να παει; χα χα !
-ΛΟΥΚΑΣ-Μια φορά, στα μέρη που ζούσε, έφεραν έναν εξόριστο επιστήμονα..με βιβλία, χάρτες πολύ μορφωμένο..
Ο άνθρωπός μας λέει στον επιστήμονα ''Πες μου σε παρακαλώ, που βρίσκεται η χώρα της δικαιοσύνης, και πως μπορώ να παω εκεί;''
Ο επιστήμονας ανοίγει τα βιβλία του, βάζει κάτω τους χάρτες του, κοιτάζει, ψάχνει, πουθενά η χώρα της δικαιοσύνης..Ολες οι χώρες ήταν εκεί, εκτός απ' τη χώρα της δικαιοσύνης.
-ΠΕΠΕΛ (Χαμηλόφωνα) Ούτε ίχνος;;;
Ο Μπουμπνόφ γελάει
-ΝΑΤΑΣΑ ..Σώπα εσύ...λοιπόν παππού;
-ΛΟΥΚΑΣ-Ο άνθρωπος δεν τον πιστεύει..Πρέπει, πρέπει να υπάρχει ''λεει'' ψάξε καλύτερα, αλλιώς τα βιβλία και οι χάρτες σου δεν αξίζουν τίποτα, αν δεν μπορείς να βρεις αυτή τη χώρα..Ο επιστήμονας το πήρε κατάκαρδα.
Οι χάρτες μου, λεει, είναι ακριβέστατοι και δεν υπάρχει καμιά τέτοια χώρα πουθενά..
Ο άνθρωπος μας θύμωσε -πως είναι δυνατόν;
Ζούσε τόσα χρόνια έκανε υπομονή, και πίστευε τόσο πολύ ότι υπάρχει..
Του είχε κλέψει τη χώρα που αγαπούσε..Λέει λοιπόν στον επιστήμονα<
Ελα δω ρε κάθαρμα. Δεν είσαι επιστήμονας εσύ..Απατεώνας είσαι...> και του ρίχνει μια μπουνιά στο μάτι(παύση). Και μετά πήγε στο σπίτι του και κρεμάστηκε..........
Ολοι μένουν σιωπηλοί..
-ΠΕΠΕΛ-Ε που να σε πάρει ο διάβολος, μας έκανες την ψυχή μαύρη...είδες η χώρα της δικαιοσύνης; δεν υπάρχει τελικά.. Μαξίμ Γκόρκι-Στο βυθό
(Το κείμενο έχει μεταφερθεί αυτούσιο, απο το βιβλίο )

 

Μαξίμ Γκόρκι

 

Βάσσα (Μαξίμ Γκόρκι) - Μέρος 2

 

 

«Η ΜΑΝΑ» (1926)

H MANA POSTER

Μία από τις 12 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών!

Η Μάνα 1926, Ασπρόμαυρο, 89min.

Το πασίγνωστο πολιτικοκοινωνικό λογοτεχνικό έργο του Γκόρκι, που τον καθιέρωσε σαν μεγάλο κλασικό σύγχρονο Ρώσο συγγραφέα.

Ένα ρωμαλέο δίδαγμα θάρρους και αυτοθυσίας: θάρρους στους αγώνες των εργαζομένων εναντίον της αδικίας και της εκμετάλλευσης, εναντίον της αυθαιρεσίας και της κοινωνικής αθλιότητας και συνειδητής αυτοθυσίας για τα ιδανικά της πανανθρώπινης δικαιοσύνης και ελευθερίας.

«Ο λόγος του δικού μου γιου Είναι ο καθαρός λόγος του εργάτη, της τίμιας ψυχής. Δεν πουλιέται! Διαβάστε να δείτε το θάρρος που δεν εξαγοράζεται.»

Στο μυθιστόρημα Η μάνα που γράφτηκε το 1906, ο κορυφαίος σοβιετικός συγγραφέας Μαξίμ Γκόρκι απεικονίζει για πρώτη φορά στη λογοτεχνία την πάλη του επαναστατικού προλεταριάτου για το σοσιαλισμό, κάτω από την καθοδήγηση του κόμματος της εργατικής τάξης, και τη γέννηση του νέου ανθρώπου μέσα σ’ αυτόν τον αγώνα. Η μάνα είναι το αγαπημένο μυθιστόρημα εκατομμυρίων ανθρώπων σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και σε διάφορες μεταφράσεις.

ΑΠΟ 10 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ ΣΕ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟ ΤΗ NEW STAR

Διάρκεια: 89′

Γλώσσα: Βωβή

Χώρα: Σοβιετική Ένωση

Εταιρεία Διανομής: New Star

Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 10/01/2013

Που παίζεται:

Λεωφ. Πατησίων – Άγ. Ελευθέριος Capitol Ζέφυρος Ιουλιανού & 3ης Σεπτεμβρίου (εμπ. κέντρο Athenian Capitol, 4ος όροφος) 2103462677. Γενική Είσοδος: € 8,00 – Φοιτητές: € 6,50 // 2 Φοιτητικά: € 8,00 Ώρες Προβολών :21:00, 22:30

Σκηνοθέτης: Vsevolod Pudovkin Σενάριο: Nathan Zarkhi βασισμένο στο μυθιστόρημα του Maxim Gorky Ηθοποιοί: Vera Baranovskaya, Nikolai Batalov, Aleksandr Chistyakov, Anna Zemtsova Τοποθεσία: Σοβιετική Ένωση 1926 Διάρκεια: 89’

H MANA POSTER 1

Η ιστορία λαμβάνει χώρα στις αρχές του 20ου αιώνα στη Ρωσία, καθώς οι εντάσεις μεταξύ του κράτους και των επαναστατών. Ο χαρακτήρας της μάνας γίνεται το ανυποψίαστο εργαλείο για τη σύλληψη του επαναστάτη γιου της κι με αυτό τον τρόπο γίνεται μέλος του εργατικούς κινήματος, έχοντας ως στόχο την απόδραση του.

«Ενώ ο Pudovkin συνέχιζε την εργασία του για τον Παβλώφ, ο καλύτερος σεναριογράφος του ετοίμαζε την πρώτη τους συνεργασία, πριν ακόμα ο Pudovkin να ξέρει ότι θα σκηνοθετούσε τη «Μάνα». Ο Nathan Zarkhi προσπάθησε πρώτος αυτός να προσαρμόσει το μυθιστόρημα του Maxim Gorky, αλλά δεν έμεινε ικανοποιημένος διότι του φάνηκε υπερβολικά αισθηματολογική η προσέγγιση. Επιπλέον ο πρώτος σκηνοθέτης που ανέλαβε την ταινία ο Ζελιαμπούσκι, δεν κατάφερε να βρει την κατάλληλη ηθοποιό για τον επώνυμο ρόλο. Στα διαλείμματα του γυρίσματος της ταινίας για τον Παβλώφ, ο Pudovkin δέχτηκε την πρόταση μ’ ενθουσιασμό κι άρχισε να δουλεύει με τον Zarkhi πριν τελειώσει την επιστημονική του ταινία. Ξανάπιασαν το αρχικό σενάριο με την ελπίδα ότι θα είχαν καλύτερη τύχη στη διανομή των ρόλων και επεξεργάστηκαν το απλό θέμα της υποταγμένης φτωχής μάνας (Pelageya) που αποκτά πολιτική συνείδηση μέσα από την επαναστατική δραστηριότητα του γιου της (Pavel). Ο Pudovkin μάλιστα ενθάρρυνε τον Zarkhi να μεταχειριστεί το μυθιστόρημα του Γκόρκι πιο ελεύθερα απ’ όσο το είχε κάνει πριν, διασκευάζοντας το μάλλον παρά προσαρμόζοντας το. Λαβαίνοντας υπόψη του τα επαναστατικά γεγονότα του 1905 και 1906, ιδιαίτερα στην πόλη Τβέρ, ο Zarkhi δημιούργησε από το χαλαρό μυθιστόρημα του Gorky ένα συμπυκνωμένο και απλοποιημένο σενάριο που έχει σχεδόν κλασική μορφή. Ο χαρακτήρας του πατέρα, λόγου χάρη, που φωτίζει την ταινία τόσο από δραματική όσο και από κοινωνική άποψη, δεν υπάρχει στο μυθιστόρημα. Η διασκευή της σκηνής της δίκης είχε σαν μοντέλο τη δίκη της «Ανάστασης» του Tolstoy. O Zarkhi έδωσε στον Pudovkin το τέλειο υλικό και τη φόρμα που χρειαζόταν όχι μονάχα για να εκφράσει όλα όσα είχε μάθει από τον Κουλέσωφ, αλλά και για να δώσει σε μας μια αναμφισβήτητη απόδειξη του Pudovkin ως καλλιτέχνη-φιλμουργού.

Σ’ όλο το μήκος της «Μάνας», με τη σπάνια ενότητα σκηνικού στυλ που τη χαρακτηρίζει, η εικόνα φαίνεται να έχει γυμνωθεί μ’ επιστημονικό τρόπο από κάθε στοιχείο περίσπασης, επιβάλλοντας στο θεατή τη μικρή, φαινομενικά αθέλητη χειρονομία ή ένα παίξιμο ματιού. Σε σύγκριση με τις γυμνές αυτές εικόνες, οι πολλαπλές πηγές έμπνευσης τους φαίνονται βαρυφορτωμένες ή στολισμένες: η «Σφραγίδα» του Βελάσκεθ που έγινε η αιτία για την επίτευξη της περίφημης γωνίας λήψης του μνημειακού αστυνομικού, το προαύλιο φυλακής του Βαν Γκογκ που ενέπνευσε τη σκηνή της φυλακής της ταινίας, ο ακριβής ρεαλισμός του Ντεγκά, η ισχνή γαλάζια περίοδος του Πικάσο, όλα συνέβαλαν στη σκηνική παρουσίαση της «Μάνας». Επίσης οι τρεις δικαστές του Ρουώ βοήθησαν τον Pudovkin στη διαγραφή του χαρακτήρα των δικών του δικαστών. Η διαδικασία του μοντάζ δεν είναι το μόνο στοιχείο που κάνει τη «Μάνα» μεγάλη ταινία, αλλά μαθαίνει κανείς πολύ περισσότερα για την αξία που ο Pudovkin απέδιδε στη διαδικασία αυτή από τούτη την ταινία παρά από τις μάζες του «Το τέλος της Αγίας Πετρούπολης» (1927), ή από την τεχνική επιδεξιότητα του «Θύελλα πάνω από την Ασία» (1928). Η έμπειρη απόδοση της ανθρώπινης κίνησης στη «Μάνα» επηρέασε πολύ περισσότερο τη γενική κινηματογραφική τεχνική από τις περισσότερο αφηρημένες θεωρητικές τις προτάσεις.

Το πιο σαφές παράδειγμα σε όλο το έργο του Pudovkin για το συνταίριασμα λογικά άσχετων σκηνών που αποσκοπούν στη δημιουργία μιας πλαστικής σύνθεσης εξακολουθεί να είναι το επεισόδιο της φυλακής όταν ο Πάβελ παίρνει τα χαρούμενα νέα: Η φωτογράφηση ενός προσώπου που φωτίζεται από χαρά θα ήταν κενή και χωρίς αποτελεσματικότητα. Δείχνω λοιπόν το νευρικό παίξιμο των χεριών και ένα κοντινό πλάνο του κάτω μέρους του προσώπου, τις άκρες των χειλιών του που χαμογελούν. Τα πλάνα αυτά τα συνταίριασα με άλλα, ποικίλα σε περιεχόμενο: ένα ρυάκι που φουσκώνει από τα καινούργια νερά μιας πηγής, το παίξιμο μιας ηλιαχτίδας που διαθλάται πάνω στο νερό, τα πουλιά που δροσίζονται στη λιμνούλα του χωριού και τέλος, ένα παιδί που γελάει. Αν και σε άμεση θεωρητική αντίθεση με το μοντάζ-σοκ του Αϊζενστάιν, ο Pudovkin χρησιμοποίησε μια συνδετική μέθοδο που πήγαινε πολύ πιο πέρα από τη δομική πέτρα στη πέτρα μέθοδο του Κουλέσωφ.

Στο έξοχο αποτέλεσμα συμβάλει καθοριστικά και η φωτογραφία των ηθοποιών, που προσφέρει μια ιδιαίτερα συγκινησιακή αποτελεσματικότητα. Όταν το κοινό του εξωτερικού είδε τη «Μάνα» ένα χρόνο μετά το Ποτέμκιν, έμεινε κατάπληκτο από το γεγονός ότι δύο τόσο δυνατά έργα, τόσο διαφορετικά σε στυλ να προέρχονται από μια χώρα που μέχρι τότε δεν είχε καμιά ταινία με ιδιαίτερο εθνικό χαρακτήρα. Τώρα ήταν αναμφισβήτητο ότι οι δύο αυτές ταινίες ήταν ρωσικές, αλλά το βασικότερο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα ήταν επίσης πως και οι δύο ήταν σοβιετικές.»

Η Μάνα Του Βασίλη Ραφαηλίδη Στη Μάνα, ταινία που βασίζεται βασικά στο μοντάζ, ο Πουντόβκιν είναι σαφέστατος στην περιγραφή της «ταξικής συνειδητοποίησης» της μάνας ενός εργάτη, η οποία από την αθέλητη προδοσία περνάει στην αυθόρμητη στράτευση και από κει στον ένδοξο θάνατο. Το 1958, σ’ ένα συνέδριο της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Κινηματογράφου στις Βρυξέλλες, «Η Μάνα» συμπεριλήφθηκε ανάμεσα στις 12 σημαντικότερες ταινίες από δημιουργίας κινηματογράφου. Πράγμα απολύτως δίκαιο, αφού μ’ αυτήν ακριβώς την ταινία, για πρώτη φορά, το μοντάζ μπαίνει στην υπηρεσία της αφηγηματικής σαφήνειας: «Η Μάνα» γίνεται το μοντέλο για έναν σωστό, κατανοητό και αποτελεσματικό τρόπο αφήγησης, και το δίδαγμα αυτό θα το αφομοιώσει πλήρως το Χόλιγουντ στις μεγάλες του στιγμές. «Το Βήμα» 7-10-1975

Μαξίμ Γκόρκι- »Η Μάνα» Απόσπασμα

-Μόνο το μυαλό θα λευτερώσει τον άνθρωπο! είπε σταθερά ο Πάβελ. -Το μυαλό δύναμη δε δίνει! τον αντέκρουσε ο Ρίμπιν δυνατά κι επίμονα. -Η καρδιά δίνει τη δύναμη κι όχι το κεφάλι, μάλιστα! -Μην κλαίτε! είπε ο χαχόλος απαλά και σιγανά. -Εσείς δε μπορούσατε να ζήσετε αλλιώτικα κι όμως το καταλαβαίνετε πως ζήσατε μια παλιοζωή! Χιλιάδες άνθρωποι μπορούν να ζήσουν καλύτερα από σας κι όμως ζουν σαν τα ζώα και μάλιστα καμαρώνουν ότι ζουν καλά! Που τη βλέπουν την καλή ζωή; Επειδή σήμερα δούλεψαν και φάγαν; Και το ίδιο αυτό, μια ολόκληρη ζωή, δουλειά και φαί; Ανάμεσα σ΄ αυτά τα δυο γεννούν και παιδιά, στην αρχή παίζουν μαζί τους, κι ύστερα, σαν μεγαλώνουν και θέλουν μπόλικο φαί, θυμώνουν, τα βρίζουν, τραβάτε, τους λένε, αχόρταγα παλιόπαιδα, καιρό πια να δουλέψετε για να φάτε! Και θα το θελαν να τα φτιάξουν τα παιδιά τους οικιακά ζώα, αλλά εκείνα αρχίζουν να δουλεύουν για τη δική τους κοιλιά και σέρνει ο γάιδαρος το κάρο στον ανήφορο! Μια ολόκληρη ζωή! Πραγματικά άνθρωποι είναι μόνο εκείνοι που σπάζουν τις αλυσίδες απ΄ το ανθρώπινο μυαλό.

-Ξέρετε, καμιά φορά νιώθεις ένα πράμα στην καρδιά πολύ παράξενο! Σου φαίνεται πως όπου κι αν πας, παντού βρίσκεις συντρόφους, όλους τους καίει η ίδια φλόγα, όλοι τους κεφάτοι, καλόκαρδοι, εξαίρετοι. Χωρίς λόγια νιώθουν ο ένας τον άλλο.. Ζουν όλοι μαζί σαν χορωδία, αλλά η κάθε καρδιά τραγουδάει το δικό της τραγούδι. Κι όλα τα τραγούδια, σαν τα ρυάκια, τρέχουν, χύνονται σ΄ ένα ποτάμι πλατιά κι ελεύθερα στη θάλασσα της φωτεινής χαράς της νέας ζωής. -Το ξέρω πως αν λογοφέρεις με τον άνθρωπο, σε μια ώρα που απ΄ την καρδιά του όλες οι γρατσουνιές στάζουν αίμα, τον λαβώνεις χειρότερα. -Όταν δεν καίει δυνατή φλόγα στην καρδιά, μαζεύεται πολλή καπνιά μέσα της.

-Όταν ήμουνα μικρός, κάπου στα δέκα μου χρόνια, θέλησα να πιάσω τον ήλιο στο ποτήρι. Πήρα, λοιπόν, ένα ποτήρι, ζύγωσα κλεφτά στον τοίχο και, μπατς στον τοίχο! Έκοψα το χέρι μου και τις έφαγα κι από πάνω. Κι αφού με δείραν, βγήκα στην αυλή, είδα τον ήλιο σε μια λακκούβα γεμάτη νερό και δώς του να τον ποδοπατάω. Βουτήχτηκα στη λάσπη ολόκληρος, και τις έφαγα ξανά.. Τι άλλο να κανα; Άρχισα κι εγώ να βρίζω τον ήλιο: Δεν πόνεσα, παλιοήλιε κοκκινοτρίχη, δεν πόνεσα! Κι όλο του βγαζα τη γλώσσα μου. Αυτό με παρηγορούσε.

-Τα παιδιά μας, τα πολυτιμότερα κομμάτια της καρδιάς μας δίνουν τη λευτεριά και τη ζωή τους, χάνονται χωρίς λύπηση για τα νιάτα τους, τι θες, λοιπόν, να κάνω εγώ, η μάνα;

-Είναι μεγάλη δουλειά αυτή να συγγενέψεις τους ανθρώπους αναμεταξύ τους! Όταν το ξέρεις έτσι πως εκατομμύρια θέλουν αυτό που θέλουμε κι εμείς, καλοσυνεύει η καρδιά σου. Και η καλοσύνη έχει μεγάλη δύναμη.

-Ξεσηκώθηκαν όλα μαζί τα παιδιά! Να τι είν΄ αυτό που καταλαβαίνω, όλα μαζί τραβάν τα παιδιά σ΄ όλους τους τόπους, όλοι, από παντού για τον ίδιο σκοπό! Προχωράν με καλύτερες καρδιές, τα τίμια μυαλά τραβάν από παντού καταπάνω σε κάθε κακία, προχωράν, ποδοπατάν το ψέμα με γερά ποδάρια. Νέοι, γέροι, δίνουν την ακατανίκητη δύναμή τους όλοι για ένα σκοπό, για το δίκιο! Προχωράν για να νικήσουν όλα τα κακά της ανθρωπότητας, για να καθαρίσουν τις αδικίες όλης της γης ξεσηκώθηκαν. Ορμάν να νικήσουν καθετί το αδιάντροπο και θα το νικήσουν! Θ΄ ανάψουμε καινούργιο ήλιο, μου λεγε ένας τους, και σίγουρα θα τον ανάψουν! Θα ενώσουμε τις κομματιασμένες καρδιές, μου λεγε, και θα τις ενώσουν όλες μαζί σε μια καρδιά!

ΒΣΕΒΟΛΟΝΤ ΙΛΑΡΙΟΝΟΒΙΤΣ ΠΟΥΝΤΟΒΚΙΝ VSEVOLOD ILLARIONOVICH PUDOVKIN (1893-1953)

Πουντόβκιν, Βσέβολοντ (Vsevolod Illarionovich Pudovkin, Πέντσα 1893 – Μόσχα 1953). Ρώσος σκηνοθέτης, ηθοποιός και θεωρητικός του κινηματογράφου. Φοιτητής της φυσικομαθηματικής σχολής του πανεπιστημίου της Μόσχας, έλαβε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και εργάστηκε για ένα διάστημα σε στρατιωτικό χημικό εργαστήριο. Αναφέρεται ότι αποφάσισε να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο όταν είδε την ταινία Μισαλλοδοξία (Intolerance) του Ντέιβιντ Γκρίφιθ. Κατά την περίοδο 1920-26 υπήρξε πρώτα μαθητής του Βλαντιμίρ Γκαρντίν στην κρατική σχολή κινηματογράφου της Σοβιετικής Ένωσης και κατόπιν στο στούντιο του Λεβ Κουλισόφ, όπου ασκήθηκε πρακτικά στη σκηνοθεσία, στο σενάριο και στην υποκριτική. Μία επιστημονική ταινία μεγάλου μήκους που γύρισε το 1925-26, με τίτλο Οι μηχανισμοί του εγκεφάλου και θέμα τις θεωρίες των εξαρτημένων ανακλαστικών του Ιβάν Παβλόφ, απέδειξε πως ήταν ήδη ένας ώριμος σκηνοθέτης. Την ίδια χρονιά σκηνοθέτησε την ταινία Μάνα, από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μαξίμ Γκόρκι, που τον καθιέρωσε ως αυθεντικό ανανεωτή της κινηματογραφικής τέχνης στο πλευρό του Σεργκέι Αϊζενστάιν, ο οποίος, την ίδια εποχή, με την ταινία Θωρηκτό Ποτέμκιν, εισήγαγε τον ρεαλισμό στην τέχνη του κινηματογράφου. Ενώ στην ταινία του Αϊζενστάιν παρουσιαζόταν ο εξαγνισμός και η σωτηρία μιας ολόκληρης ομάδας μέσα από την επανάσταση, στη δική του ταινία ο Π. προτίμησε να παρακολουθήσει από πιο κοντά αυτή την εξέλιξη της συνειδητοποίησης των ηρώων του, οι οποίοι, αναμορφωμένοι από την επανάσταση, συμμετέχουν ενεργά σε αυτήν. Υιοθετώντας τον ρεαλισμό με εξαιρετική λιτότητα ύφους, ο Π. συνέθεσε μια μεγάλη κοινωνική τραγωδία, γεμάτη επική έξαρση, πλημμυρισμένη από μια συνεχή λυρική διάθεση. Τη διετία 1927-28 σκηνοθέτησε τις ταινίες Το τέλος της Αγίας Πετρούπολης και Θύελλα στην Ασία, μένοντας πιστός στο θέμα που τον συγκινούσε περισσότερο: την ανάδυση και την εξέλιξη της ατομικής συνείδησης στο δράμα της επανάστασης. Πυρήνας της πρώτης ταινίας είναι η ιστορία της αναμόρφωσης ενός ανθρώπου και της μεταμόρφωσης της τσαρικής πρωτεύουσας σε πόλη του Λένιν.

Στη δεύτερη ταινία αναλύεται η φυσιογνωμία ενός νεαρού Μογγόλου, ο οποίος κατά τον εμφύλιο πόλεμο τίθεται επικεφαλής κινήματος για την απελευθέρωση της πατρίδας του. Και στις δύο ταινίες είναι φανερή η προσπάθεια για μια εμβάθυνση του ρεαλισμού, τόσο στην ηθοποιία, όσο και στη δομή της αφήγησης. Στη συνέχεια, ο Π. συμμετείχε σε κάποιες ταινίες ως ηθοποιός και συνέχισε τη σκηνοθετική του δραστηριότητα με πολλές ομιλούσες ταινίες, όπως Ο λιποτάκτης (1933), Σουβόροφ (1941), Ναύαρχος Ναχίμοφ (1947), Ζουκόφσκι (1950). Η περίοδος όμως των μεγάλων σκηνοθετικών δημιουργιών του έληξε με τη θαυμαστή βωβή τριλογία του. Η κρίση και η δύση του άστρου του Π. οφείλονται στις δυσκολίες που συναντούσε, προσπαθώντας να συνδυάσει την εφευρετικότητα και την ευαισθησία του με τον προπαγανδιστικό ρόλο που επιβλήθηκε στον κινηματογράφο από το σοβιετικό καθεστώς.Από το 1928, όμως, θεμελιώδης ήταν ο ρόλος του Π. ως θεωρητικού του κινηματογράφου.

Στο βιβλίο του Κινηματογραφική σκηνοθεσία και σενάριο (1928) εξέθετε τη θεωρία του για το μοντάζ ως βασική λειτουργία για τη δημιουργία της κινηματογραφικής μορφής· υποστήριξε ότι όλες οι προηγούμενες φάσεις της ταινίας, από την ιδέα μέχρι το σενάριο, έπρεπε να προγραμματίζονται για το μοντάζ, για τη στιγμή που ο σκηνοθέτης, συνδέοντας τα διάφορα κομμάτια της ταινίας, αντιπαραθέτει σε έναν πραγματικό χωροχρόνο έναν δικό του ιδεώδη χωροχρόνο, δίνοντας έτσι ζωή σε μια καινούργια πραγματικότητα, δηλαδή στην ταινία. Ο Π. άλλωστε δεν έμεινε ασυγκίνητος μπροστά στα προβλήματα του ομιλούντος κινηματογράφου και ανέπτυξε σε πολλά δοκίμια τη θεωρία της χρήσης του ήχου ως αυτόνομου –σε σχέση με την εικόνα– συγκινησιακού στοιχείου, το οποίο επομένως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συγχρονισμό με την εικόνα –αυτό θα αποτελούσε καθαρή μίμηση του θεάτρου– αλλά ασύγχρονα, έτσι που να δημιουργεί στην ταινία μια αληθινή αντίστιξη ήχου και εικόνας. Όσο για τον ηθοποιό, στο βιβλίο του Ο ηθοποιός στην ταινία (1934), ο Π. υποστηρίζει την ανάγκη να γνωρίζει ο ηθοποιός την τεχνική του κινηματογράφου –καντράζ, κινήσεις της μηχανής, μοντάζ κλπ.– όσο και ο σκηνοθέτης, και να τη χρησιμοποιεί έτσι που να μπορεί να χτίσει οργανικά τον ρόλο του. Το 1953, με την τελευταία ταινία του Ο γυρισμός του Βασίλι Μπρόντνικοφ, ο Π., ξαναβρίσκοντας το ενδιαφέρον του για τα προβλήματα του ατόμου, συνέβαλε σε μια αναθεώρηση της θεωρίας ότι στη σοβιετική κοινωνία δεν υπήρχαν συγκρούσεις, σε σημείο ώστε η ταινία να θεωρηθεί ως ένα από τα πρώτα δείγματα της πολιτικής τήξης των πάγων. Επρόκειτο για ένα έργο ποιητικής έμπνευσης, με λεπτή χρήση του χρώματος, το οποίο άνοιξε τον δρόμο για να ξεπεραστεί μια μακρόχρονη περίοδος κρίσης του ίδιου ως σκηνοθέτη αλλά και γενικά του σοβιετικού κινηματογράφου. Έλαβε δύο Παράσημα Λένιν ενώ το 1948 τιμήθηκε με τον τίτλο Καλλιτέχνης του Λαού ΕΣΣΔ.

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

1953: Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙ ΜΠΟΡΤΙΝΚΟΦ 1950: ΖΟΥΚΟΦΣΚΙ 1948: ΤΡΕΙΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ 1946: Ο ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΝΑΚΙΜΟΦ 1943: ΒΟ ΙΜΙΑ ΡΟΝΤΙΝΙ 1942: ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ 1941: ΣΟΥΒΟΡΟΦ 1939: ΜΙΝΙΝ ΚΑΙ ΠΟΖΑΡΣΚΙ 1938: Η ΝΙΚΗ 1933. Ο ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ 1932: ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 1929: ΘΥΕΛΛΑ ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ 1927: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ 1926: Η ΜΑΝΑ 1926: Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ 1925: ΣΚΑΚΙΚΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ

ΜΑΞΙΜ ΓΚΟΡΚΙ

Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πέτσκοφ είναι το πραγματικό όνομα του Γκόρκι που στα ρωσικά θα πει «πικρός». Γεννήθηκε στο χωριό Νίζνι Νόβγκοροντ το 1868. Ορφανός και πάμφτωχος, πριν κλείσει τα δέκα του χρόνια, περιπλανήθηκε στη ρώσικη γη, αναζητώντας δουλειά. Δουλεύοντας σε διάφορα επαγγέλματα, ήρθε σε επαφή με όλους τους κατατρεγμένους, τους φτωχούς εργάτες και μουζίκους, γνώρισε από κοντά την αθλιότητα, την ανέχεια και τον κατατρεγμό. Η ζύμωσή του με τον ανθρώπινο πόνο, τον εμπλούτισε με εμπειρίες τις οποίες θα χρησιμοποιήσει ήδη στα πρώτα του κείμενα. Από πολύ νέος έχει συνειδητοποιήσει την αξία της εργασίας, όχι μόνο ως αναγκαιότητα επιβίωσης αλλά κι ως μέσο δημιουργίας που μπορεί να οδηγήσει στον ατομικό και συλλογικό εξανθρωπισμό του ανθρώπου. Αυτή η αντίληψη τον οδήγησε στο μαρξισμό, τον οποίο υπηρέτησε ως το θάνατό του τόσο μέσα από το έργο του όσο και μέσα από την ίδια του τη ζωή. Ο γραπτός λόγος για τον Γκόρκι είναι το όπλο που αποκαλύπτει την άγρια εικόνα των προλεταρίων της εποχής του, αλλά και την αναγκαιότητα του συνειδητού ξεσηκωμού των σκλάβων για την ανατροπή του εφιάλτη που βιώνουν και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από αφέντες και δούλους. Παρά τις αντιξοότητες άρχισε από νωρίς να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία. Το 1892 δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα. Η επιτυχία των διηγημάτων του τον έκανε γνωστό σε όλη την Ευρώπη και η διεθνής απήχηση ενισχύθηκε από τα θεατρικά έργα που ακολούθησαν. Οι μεγάλες κοινωνικο-πολιτικές αλλαγές της Ρωσίας, με την Οχτωβριανή Επανάσταση, βρήκαν τον Γκόρκι στο πλευρό του καταπιεσμένου ρωσικού λαού. Συγκρούστηκε τόσο με την άρχουσα τάξη όσο και με την τάξη των μικροαστών, καθιερώθηκε ως πρωτεργάτης της νέας σοβιετικής λογοτεχνίας και συνέβαλε στη δημιουργία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Με το έργο του αποτέλεσε μια γέφυρα ανάμεσα στην παλιά και νέα Ρωσία. Πέθανε στη Ρωσία, το 1936.

 

αποσπάσματα

 

 

 

 

“«Την "ηθική των αφεντικών" την αντιπάθησα όσο και την "ηθική των δούλων". Μια τρίτη ηθική έβλεπα να διαμορφώνεται μέσα μου: Δίνε το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται».”

 

 

“Κάθε βιβλίο αποτελεί ένα σκαλοπάτι στη σκάλα για να γίνουμε άνθρωποι”

Μαξίμ Γκόρκι

 

 

 

μεγαλύτερη συλλογή φωτογραφιών στον κόσμο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Image result for Maxim Gorky stamp Image result for Maxim Gorky stamp

 

 

Image result for Maxim Gorki Briefmarke Image result for Maxim Gorki BriefmarkeImage result for Maxim Gorki Briefmarke

 

Image result for Maxim Gorki Briefmarke Image result for Maxim Gorky stamp

Image result for Maxim Gorky stamp Image result for Maxim Gorky stamp

 

Image result for Maxim Gorky stampImage result for Maxim Gorky stamp